ξωκλήσι Αγίου Νικολάου στα Καραχαλέϊκα Γαβαλούς

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

Τους 38°C άγγιξε η Γαβαλού την Τρίτη.


Αυξημένα τα ποσοστά συγκέντρωσης Αφρικανικής σκόνης στην σημερινή ατμόσφαιρα Τρίτη 22/06, όπου παράλληλα, οι μέγιστες θερμοκρασίες στα ηπειρωτικά άγγιξαν τους 40 βαθμούς Κελσίου.

Στο ανωτέρω στιγμιότυπο παρουσιάζονται οι 8 υψηλότερες μέγιστες θερμοκρασίες στην χώρα, όπως καταγράφηκαν από το δίκτυο αυτόματων μετεωρολογικών σταθμών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών-meteo.gr

Στις ψηλότερες θερμοκρασίες βρίσκεται και η Γαβαλού (8η υψηλότερη καταγεγραμμένη θερμοκρασία) όπου η θερμοκρασία άγγιξε τους 38 βαθμούς Κελσίου αν και τα τελευταία χρόνια δεν είναι κάτι που γίνεται σπάνια κατά τους θερινούς μήνες όταν την χώρα την κατακλίζει καύσωνας.





 

Σάββατο 19 Ιουνίου 2021

Η "μάχη της Γαβαλούς".

 

Επιμέλεια ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΓΑΒΑΛΟΥΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΥ


 Αρχές Νοεμβρίου του 1822, οι Τούρκοι βρίσκονταν έξω από την πόλη του Μεσολογγίου και την πολιορκούσαν. Ο Ανδρέας Λόντος, που είχε περάσει μαζί με άλλους Πελοποννήσιους στην Ρούμελη, με στρατήγημα ξεγέλασε τον Μεχμέτ Πασά των Σαλώνων και φοβούμενος από την δήθεν μεγάλη στρατιωτική δύναμη του Λόντου, ο Πασάς εγκατέλειψε τα Σάλωνα.

«Άμα δε έφυγεν, ο Ανδρέας Λόνδος γνωρίζων το φτάσιμο των Τουρκών έξωθεν του Μεσολογγίου, έτρεξε διά ξηράς δια να κτυπήση τους πολιορκούντας από τα νώτα και ούτω να βοηθήση τους πολιορκούμενους. Διαβαίνων από τας επαρχίας της Ρούμελης, εζήτει την συνδρομήν και την βοήθεια των Οπλαρχηγών εκείνων και από μεν τα Σάλωνα του έδωσεν ο Πανουργιάς υπό τας διαταγάς του τον Χαλμούκην με 250 στρατιώτας, από δε το Μαλανδρίνον και Λιδορίκι του του έδωσεν ο Καλτοδήμος τον Χαλβατζήν με 250 στρατιώτας, μετά των οποίων φθάσας άνωθεν της Ναυπάκτου, συναπάντησε τον Γεώργιον Τσόγκαν και Αλέξιον Βλαχόπουλον ερχομένους από Μεσολόγιον με περίπου 250 στρατιωτών, οίτινες εχωρίσθησαν εκείθεν την ώραν, καθ΄ην οι εχθροί εκτύπησαν εις το Κεφαλόβρυσον έξωθεν του Μεσολογγίου και τους εχάλασαν.

  Ο Λόνδος αφού τους είπεν τον σκοπόν του, επροσπάθησε να τους κάμη να επιστρέψουν και αυτοί προς τον ίδιον σκοπόν, αλλ΄αυτού δεν το εδέχθησαν, λέγοντας ότι, ο σκοπός του δεν τελεσφορεί. Καθότι το πνεύμα των κατοίκων των μερών εκείνων είναι εις το προσκύνημα. Επροσπάθησαν δε να τον εμποδίσουν, δια να περάσουν όλοι μαζίεις την Πελοπόννησον, απ΄όπου να μεταβούν διά θαλάσσης εντός του Μεσολογγίου. Πλην ο Λόνδος, μη γνωρίζων τα μέρη εκείνα, δεν τους επίστευσεν και επροχώρησεν εις τα εμπρός. Αυτοί είχαν μεθ΄αυτών τον Κώσταν Χορμόβαν και Κούσταν Μάκον με περίπου 100 στρατιώτας, Αλβανούς Χριστιανούς, τους οποίους ο Λόνδος εβάσταξεν μεθ΄αυτού υπό μισθόν και τον ηκολούθησαν εις την εκστρατείαν.

  Διαβαίνοντας δε και από τα Κράββαρα τον ηκολούθησαν όλοι οι Κραββαρίται οπλοφόροι με τους Καπιταναίους των και έφτασεν εις το Απόκουρον με περίπου 2.000 και εσταμάτησε περί τις πέντε ημέρας, εξ αιτίας των διαβουλών και των επιβουλών του Σιαδήμα, όστις είχεν συνεχή και πιστήν ανταπόκρισιν με τους Τούρκους. Μαθών τον εκεί ερχομόν του ο Καραϊσκάκης, έστειλεν τον Φραγκίσταν  υπό τας διαταγάς του με 250 στρατιώτας. Εκεί έφτασαν προς αυτόν και ο Σύψας, Αλέξιος Μορελάς και Πέτρος Ντόβας με 300 επιλέκτους στρατιώτας του Μακρή, φέροντες και ένα γράμμα του ιδίου προς τον Λόντον, με το οποίον του έλεγεν, ότι αυτός μεν εμβήκε κρυφίως διά ξηράς εις το Μεσολόγγιον, το δε σώμα του το στέλνει προς αυτόν, δια να μείνη υπό τας διαταγάς του. Ενδυναμωθείς ο Λόνδος, διασκέδασε τας σκευορίας του Σαδήμα και αποφάσισε να προχωρήσει εις τα εμπρός.

  Έφτασεν εις τα χωρία του Ζυγού Μπουτήνα και Μπουρλέσια, όπου εστρατοπέδευσεν. Εις την Γαβαλού, απέχουσαν μισήν ώραν πέραν του Μπουρλέσια, ήταν εστρατοπεδευμένοι οι Τούρκοι και πέραν της Γαβαλούς εις τα Κερασοβύτικα Καλύβια, ο Μεχμέτ Πασάς, ανεψιός του Ομέρ Βρυώνη. Η Γαβαλού είναι εις λόφον, έχουσα πέτρινας οχυράς οικίας. Και ο Λόνδος ευρεθείς Αρχηγός τόσο πολλού και καλού Στρατού, απεφάσισε να προσβάλλη την Γαβαλού, αφού προηγουμένως στείλη  εν σώμα να τοποθετηθή μεταξύ Γαβαλούς και Κερασοβύτικων Καλυβίων, διά να εμποδίση την προς αυτούς από τα Κερασοβύτικα Καλύβια ελπιζομένην βοήθειαν. Αλλά δια την μεταξύ του Σύψα και του Χαλβατζή ζηλοτυπίαν, ανοίχθη η μάχη, πριν σταλθή το μεταξύ των ειρημένων χωρίων σώμα. 

  Εν τοσούτω το χωρίον της Γαβαλούς εκτυπήθη πανταχόθεν, επάρθησαν τρεις ή τέσσερες οικίαι από στρατιώτας Πελοποννησίους και μ΄όλον ότι ήλθε βοήθεια εις τους εν τη Γαβαλού εχθρούς από τα Κερασοβύτικα Καλύβια, εξ αιτίας της ανωτέρω ελλείψεως του μεταξύ των χωρίων προαποφασισθέντος σώματος, οι εχθροί αφεύκτως εδιώκοντο και το χωρίον εκυριεύετο εάν έλειπεν η διχόνοια μεταξύ Σαφάκα και Πιλάλα, Καπιταναίων των Κραββάρων.

  Εκ τούτων οι εχθροί υπερίσχυσαν και ο Λόνδος υποχωρήσας επέστρεψεν εις την Μπουτήναν, όπυ εστρατοπέδευσεν. (Όταν ταύτα εγένετο περί την Γαβαλού, ο Ανδρέας Ζαΐμης, Πέτρος Μαυρομιχάλης και Κανέλλος Δεληγιάννης  ευρίσκοντο εντός του Μεσολογγίου με όσους αναφέρει ο αοίδιμος Συγγραφεύς στρατιώτας). Εκεί διαλογιζόμενος τους λόγους των Τσόγκα και Βλαχόπουλου, ο Ανδρέας Λόνδος, βλέπων ότι δεν θέλει δυνηθή να δώση έξωθεν βοήθεια εις το Μεσολόγγιον, απεφάσισε την οπισθοδρόμισήν του. Όθεν φτάσας με το σώμα του εις τα Τριζώνια και ακολουθούμενος από το σώμα του Μακρή, το οποίον του ήτον αναπόσπαστον, κατά τας διαταγάς του Αρχηγού του, μετέβη διά των Γαλαξιδιώτικων πλοίων εις την Βοστίτσαν και έδραμε μετ΄αυτών εις τα Μαύρα Βουνά των Πατρών».

Από το βιβλίο με τίτλο «Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως των Ελλήνων, από το 1821 έως το 1823» του Μητροπολίτου Παλαιών Πατρών Γερμανού γραμμένο από τον Καλλίνικο Καστόρχη στην Αθήνα το 1837, σελ. 256-258.

                                                                        






Υψώθηκε ξανά η ελληνική σημαία που είχαν κλέψει ασυνείδητοι από τον Άγιο Νικόλαο στα Καραχαλέϊκα Γαβαλούς.

 



Τρεις νέοι ύψωσαν ξανά την σημαία στον δοκό ύψους 5,5 μέτρων στον Άγιο Νικόλαο στα Καραχαλέϊκα Γαβαλούς. Λίγο πριν το Πάσχα άγνωστοι και ασυνείδητοι έκλεψαν (δείτε εδώ) τον ιμάντα της σημαίας πιθανόν για να τον χρησιμοποιήσουν για κάποια εργασία κι έτσι κατέβασαν και εξαφάνισαν και την σημαία. Αν δεν ήταν ο δοκός τοποθετημένος με τσιμέντο ίσως τον έβγαζαν κι αυτόν για να τον χρησιμοποιήσουν ως περίφραξη. Μερικές φορές η ανοησία μερικών ξεπερνάει κάθε όριο βλακείας. Ο ιμάντας δεν ήταν κάποιας ιδιαίτερης αξίας αλλά προκειμένου να τον χρησιμοποιήσουν για ιδία χρήση, που να αναλογιστούν το λογικό και το προφανές; ... Τέλος καλό όλα καλά...